αἱρετικός

αἱρετ-ικός, ή, όν, ([etym.] αἱρέω)
A able to choose, Pl.Def. 412a; due to choice, οἰκείωσις Hierocl.p.41.5A., Anon.in Tht.7.40.
2 factious, Ep.Tit.3.10.
3 Astrol., belonging to the 'condition', Paul.Al.Q.2.
4 Adv. -κῶς from choice, D.L.7.126, Hierocl. p.41.7 A.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιρετικός — ή, ό 1) еретический: αιρετική διδασκαλία еретическое учение αιρετικό δόγμα еретический догмат; 2) ο еретик; сектант: οι αιρετικοί еретики, сектанты …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αἱρετικός — able to choose masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιρετικός — ή, ό (Α αἱρετικός, ή, όν) 1. οπαδός αιρέσεως και, κυρίως, θρησκευτικής 2. αυτός που αναφέρεται ή αρμόζει σε αίρεση, που διενεργείται σύμφωνα με μια αίρεση (νεοελλ. μσν.) (και ως ουσ.) αυτός που δεν παραδέχεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα όπως… …   Dictionary of Greek

  • αιρετικός — [эрэтикос] εκ. еретический …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αιρετικός — [эрэтикос] ουσ. а. еретик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αιρετικός — ή, ό αυτός που ανήκει σε θρησκευτική, φιλοσοφική ή κοινωνιολογική αίρεση: Το μεσαίωνα πολλοί αιρετικοί θανατώθηκαν από τη λεγόμενη Ιερή Εξέταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἱρετικά — αἱρετικός able to choose neut nom/voc/acc pl αἱρετικά̱ , αἱρετικός able to choose fem nom/voc/acc dual αἱρετικά̱ , αἱρετικός able to choose fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετικῶν — αἱρετικός able to choose fem gen pl αἱρετικός able to choose masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἱρετικόν — αἱρετικός able to choose masc acc sg αἱρετικός able to choose neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σαβέλλιος — Αιρετικός του 3ου αι. από την Πεντάπολη της Λιβύης, για τη ζωή του οποίου έχουμε ελάχιστες πληροφορίες. Νέος ακόμα πήγε στη Ρώμη στα χρόνια του πάπα Ζεφυρίνου (212 217) και τέθηκε επικεφαλής της εκεί πατροπασχιτικής μερίδας, που είχε ιδρύσει ο… …   Dictionary of Greek

  • αἱρετικαῖς — αἱρετικός able to choose fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.